γιγγλυμοειδής

γιγγλῠμο-ειδής, ές,
A like a hinge,

τοῦ βραχίονος τὸ γ. Hp.Fract.2

, Gal.2.735. Adv.

-δῶς Gal.18(1).513

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γιγγλυμοειδής — γιγγλυμοειδής, ές (Α) όμοιος με γίγγλυμο …   Dictionary of Greek

  • γιγγλυμοειδές — γιγγλυμοειδής like a hinge masc/fem voc sg γιγγλυμοειδής like a hinge neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γιγγλυμοειδοῦς — γιγγλυμοειδής like a hinge masc/fem/neut gen sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γιγγλυμοειδῶς — γιγγλυμοειδής like a hinge adverbial (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γιγγλυμώδης — γιγγλυμώδης, ες (Α) [γίγγλυμος) ο γιγγλυμοειδής …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.